Ο Γιάννης Μπουρνέλης μοιράζεται τις παιδικές του αναμνήσεις από τη Λέσβο, την καλλιτεχνική του πορεία και τη σημασία των αναψυκτηρίων στην πολιτιστική ζωή της Αθήνας.
Συνέντευξη στην Βαρβάρα Γκιγκιλίνη

-Κε Μπουρνέλη πείτε μας τι θυμάστε από το νησί μας και τους τόπους που ζήσατε ως παιδί στη Λέσβο;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Πήγα Δημοτικό στην Τζίθρα. Οι παιδικές μου αναμνήσεις δεν είναι και τόσο καλές αλλά όλοι ήμασταν δύσκολα τότε. Η Τζίθρα απέχει αρκετά από την Αντισσα και θυμάμαι να περπατάμε μέχρι την άκρη του χωριού για να πάμε στο Γυμνάσιο. Δεν ήμουν και τόσο καλός μαθητής αλλά κατάφερα να το τελειώσω. Με φρόντιζε η θεία μου, η Ελένη που με είχε σαν παιδί της και την αγαπούσα κι εγώ και γι’ αυτό βάφτισα και την κόρη μου με τ’ όνομά της. Έπειτα πήγαμε για δουλειά στο Πλωμάρι κι εκεί συνέχισα να πηγαίνω στο Γυμνάσιο ενώ, παράλληλα, δούλευα στις ελιές και στο ψάρεμα. Ήταν δύσκολα χρόνια. Κάποια στιγμή, αργότερα, ήλθα μόνος μου στην Αθήνα σε συγγενείς μας από τη Μυτιλήνη και εκεί ξεκίνησα να κάνω σπουδές για να γίνω ηθοποιός. Θα μου μείνει αξέχαστη η Πλατεία της Άντισσας, κάτω από τα πλατάνια κι ένα ζεϊμπέκικο που είχε χορέψει ο Δήμος Φαναράς, ο δάσκαλος συνοδεία βιολιού. Η Πλατεία της Άντισσας είναι ακόμα για εμένα ο τόπος του ονείρου και του ταξιδιού.

-Πότε καταλάβατε ότι σας ενδιέφερε να γίνεται ηθοποιός και ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα όταν φθάσατε στην Αθήνα;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Όταν μέναμε στο Πλωμάρι πήγαινα στον κινηματογράφο κι εκεί για πρώτη φορά είδα τον Αυλωνίτη, τον Φωτόπουλο, τον Αλεξανδράκη, την Καρέζη κ.α.. Είχα μέσα μου, όμως, το ταλέντο της μίμησης. Όποιος μιλούσε παράξενα εγώ μπορούσα εύκολα να τον μιμηθώ οπότε μού μπήκε η ιδέα να γίνω ηθοποιός και όχι μαραγκός όπως με προόριζε ο πατέρας μου. Στην Αθήνα έμεινα στο Μοσχάτο, στο «Διακάτο». Δηλαδή σ’ έναν διάδρομο που αριστερά και δεξιά είχε καμαρούλες και εκεί μέναμε 6-7 οικογένειες….δεν προλαβαίναμε να πάμε ούτε στην τουαλέτα τόσα άτομα. Κάποια στιγμή ήλθαν και και οι γονείς μου με τις αδελφές μου από τη Μυτιλήνη οπότε νοικιάσαμε ένα σπίτι και μείναμε όλοι μαζί. Δούλευα στις οικοδομές αλλά συνέχιζα και το Γυμνάσιο για να το τελειώσω. Ήταν η εποχή που γνωρίστηκα με τη μητέρα της κόρης μου, παντρευτήκαμε αλλά δεν μείναμε πολύ μαζί. Είχα όνειρο να γίνω ηθοποιός. Ήμουν και αρκετά νέος, δεν είχα πάει καν φαντάρος, οπότε δεν ήμουν έτοιμος για οικογένεια κι έτσι χώρισα κι επέστρεψα στην πατρική μου οικογένεια με το μυαλό μου πάντα στραμμένο στην τέχνη του ηθοποιού. Πήγα στην σχολή του Εθνικού Ωδείου Αθηνών κι έδωσα εξετάσεις παίζοντας τον Αντόνιο Καίσαρα και πέρασα. Παράλληλα με τη σχολή έκανα και εμφανίσεις στον Εθνικό Κήπο, στο θέατρο του Βασίλη Μπουρνέλη όπου έπαιζα κομπάρσος γιατί ήμουν ακόμα μαθητής στο Εθνικό. Εκεί, γνώρισα τον Σταυρίδη που με βοήθησε και μού επέτρεπε να κάνω μιμήσεις και να παίρνω πολύ χειροκρότημα. Με αγαπούσε και του άρεσε να με ακούει να τον μιμούμαι. Μόλις τέλειωσα τη σχολή πήγα στον Λάμπρο Ζούνη, τον πατέρα της Πέμης Ζούνη που ήταν κομφερασιέ και κι εκείνη την εποχή έκανε τα πρωινά στον κινηματογράφο «Τερψιθέα». Από εκεί βγήκαμε όλοι. Είναι ο μέντοράς μου! Το γραφείο του ήταν στην Πλατεία Βάθη και από εκεί κλείναμε τις παραστάσεις. Παίζαμε θέατρο με μπουλούκια και συχνάζαμε σε μια στοά στην Κάνιγγος που λεγόταν Χόλυγουντ. Εκεί συνάντησα αξιόλογους ηθοποιούς της επιθεώρησης. Υπήρχαν και οι γνωστοί θίασοι όπως του Κ. Βουτσά, της Μ. Καραγιάννη κ.α. που ερχόντουσαν και κανονίζαμε να παίζουμε μαζί τους γιατί τότε υπήρχαν αρκετοί άγνωστοι αλλά ταλαντούχοι ηθοποιοί που ο κόσμος δεν τους γνώριζε. Παίζαμε, λοιπόν, με τους γνωστούς και μάς μαθαίνανε. Το ίδιο γινόταν και με τους τραγουδιστές….ντουέτα, σόλο κλπ

-Πιστεύετε ότι οι δυσκολίες που συναντήσατε στην πορεία της καριέρας σας σας ωφέλησαν ή σας ζημίωσαν σε κάτι;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Πιστεύω ότι εκείνη την εποχή οι δημοσιογράφοι δεν αγαπούσαν το λαϊκό θέαμα και υποβάθμιζαν αυτές τις παραστάσεις. Οι ηθοποιοί, ωστόσο, τότε, είχαν ταλέντο παρ’ ότι δεν ήταν και τόσο μορφωμένοι όσο είναι οι σημερινοί. Είχαν λάμψη, όμως! Σήμερα είναι εγγράμματοι αλλά δεν έχουν την ίδια λάμψη. Όχι ότι και σήμερα δεν υπάρχουν ταλέντα αλλά αυτοί οι άνθρωποι,τότε, είχαν γεννηθεί ηθοποιοί – δεν είχαν θέση ηθοποιού. Με τον Σάκη Γιαβρούδη και έναν άλλον φίλο, τον Μάκη ξεκινήσαμε να κάνουμε επαγγελματικά τις μιμήσεις σε παραστάσεις. Πηγαίναμε σε όλες τις συνοικίες της Αθήνας και ήμουν θιασάρχης έχοντας μαζί μου τον Αντώνη Παπαδόπουλο, τον Παπαζήση, τον Θηβαίο (πατέρα του τραγουδιστή) κ.α.. Αυτές οι αντιξοότητες με ωφέλησαν και είδα τα πράγματα με την αληθινή όψη του νομίσματος. Βέβαια δεν έβγαζα τόσα λεφτά αλλά ήμουν ενθουσιασμένος γιατί διοργάνωνα παραστάσεις και παρουσίαζα τόσο τους επώνυμους όσο και του ανώνυμους καλλιτέχνες.

–Ήσασταν ένας από τους μεγάλους μαιτρ των αναψυκτήριων έχοντας δημιουργήσει και διατηρήσει το αναψυκτήριο «ΑΚΡΟΝ» από το 1975-1995 επι της οδού Λένορμαν στον Κολωνό. Ποια ήταν η επιρροή των αναψυκτήριων στην πολιτιστική ζωή;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Τα αναψυκτήρια όπως το ΕΡΜΗΣ και το ΑΚΡΟΝ είχαν εξαιρετικά προγράμματα με πολύ γνωστά ονόματα. Είχαν μεγάλη επίδραση γιατί τότε οι λαϊκοί άνθρωποι και οι φοιτητές που δεν είχαν λεφτά ερχόντουσαν κι έβλεπα τους γνωστούς τραγουδιστές και μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους νωρίς το βράδυ, να προλάβουν το λεωφορείο και να μην ξοδευτούν πηγαίνοντας στις μεγάλες πίστες. Αλλωστε, την επόμενη ημέρα, έπρεπε να σηκωθούν για δουλειά ή να διαβάσουν όσοι πηγαίναν στο Πανεπιστήμιο. Ερχόντουσαν και για εμένα γιατί τους άρεσα. Θυμάμαι τον Μπιθικώτση που έλεγε ότι το χειροκρότημα στα αναψυκτήρια δεν είναι το χειροκρότημα της σαμπάνιας και της μέθης αλλά της ψυχαγωγίας. Ακόμα και σήμερα στον δρόμο με βλέπουν άνθρωποι και μ’ ευχαριστούν για τότε. Πολλοί από αυτούς είναι δικηγόροι, γιατροί, καθηγητές Πανεπιστημίου που, τότε, σπούδαζαν ή ερχόντουσαν με τους γονείς τους. Είχα μαζί μου και εκλεκτούς ηθοποιούς όπως ο Μιλιάδης, η Γιουλάκη, η Στρατηγού, ο Μιχαλόπουλος, ο Βογιατζής κ.α. και παίζαμε μαζί σκέτς που διασκέδαζαν τον κόσμο. Η ποιότητα ήταν εξαιρετική. Δεχτήκαμε, όμως, έναν πόλεμο από τους δημοσιογράφους που δεν υποστήριζαν τα λαϊκά θεάματα αλλά πρόβαλαν άλλα που ήταν προσοδοφόρα γι’ αυτούς. Αλλά και η επιτυχία των αναγνωρισμένων τραγουδιστών ξεκίνησε από τα αναψυκτήρια γιατί εκεί τους μάθαινε ο πολύς κόσμος και όχι στις πίστες. Πρέπει να το πούμε αυτό γιατί είναι κάτι που υποτιμάται ακόμα και σήμερα από πολλούς γνωστούς τραγουδιστές.

-Κε Μπουρνέλη είναι αλήθεια ότι εσείς με το ταλέντο σας σαν ηθοποιός, κομφερασιέ και μίμος δημιουργήσατε εκείνη τη περίοδο ένα κλίμα ζεστό και επικοινωνιακό με τον κόσμο. Υπάρχει αυτό στις μέρες μας κι αν ναι που μπορούμε να το συναντήσουμε;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Στις μέρες μας είναι σπάνιο, ίσως και να μην υπάρχει. Μεταξύ των λόγων που συμβαίνει αυτό είναι τα υψηλά μεροκάματα. Γίνονται βέβαια συναυλίες αλλά το εισιτήριο είναι υψηλό, επίσης. Στο αναψυκτήριο καθόσουν στο τελευταίο κάθισμα αλλά ένοιωθες ότι ήσουν κοντά με τον καλλιτέχνη. Αναψυκτήριο (όχι λεμονάδες και πορτοκαλάδες) σήμαινε τότε βαριετέ δηλαδή, πολυθέαμα. Όχι μόνο τραγούδι. Χορευτικά, ακροβατικά, σκετς, μονόπρακτα και τραγούδι. Ποικιλία θεάματος. Δεν υπήρχαν τότε παρά μόνο δυο ραδιόφωνα και δεν έπαιζαν τα λαϊκά τραγούδια. Οπότε ο κόσμος άκουγε εκεί καλλιτέχνες όπως η αγαπημένη Τζένη Βάνου, η Καίτη Γκρέυ, η Ρίτα Σακελλαρίου, ο Γιάννης Πάριος, ο Στράτος Διονυσίου, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης, η Μαίρη Λίντα, η Ελένη Βιτάλη, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, κ.α. πολλοί…που έχουν αφήσει εποχή. Κι αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να ξαναγίνει. Το αναψυκτήριο έκανε τον κύκλο του ως θέαμα.
-Ποιους θεωρείτε ως τους καλύτερους συνεργάτες σας από εκείνη τη περίοδο τόσο ανάμεσα στους καλλιτέχνες όσο και υποστηρικτικά στην καθημερινότητα της δουλειάς σας;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Υποστήριξη για εμένα ήταν ο λαός, ο κόσμος. Οι άνθρωποι που κατέκλυζαν κάθε βράδυ το αναψυκτήριο γιατί οι καλλιτέχνες δεν ήταν και τόσο υποστηρικτοί. Εγώ τους υποστήριζα και τους πλήρωνα πάντα χωρίς να τους χρωστώ και γι’ αυτό και ερχόντουσαν. Μερικές φορές έπαιρναν περισσότερα κι από το κέντρο διασκέδασης που εμφανίζονταν. Όλοι όσοι πέρασαν από το ΑΚΡΟΝ τους εκτιμώ. Ο Χρήστος Νικολόπουλος αλλά και η Χαρούλα Αλεξίου που την έφερε ο τότε σύζυγός της και συμπατριώτης μας, Αχιλλέας Θεοφίλου. Ο Μανώλης Μητσιάς που είναι ένας πολύ ξεχωριστός και ευαίσθητος άνθρωπος, επίσης. Αργότερα παρουσίασα τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο αλλά και τον Κώστα Καρρά που λέει κι ένα δικό μου τραγούδι, το «Σμυρναίικο» που είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του.

-Έχετε ταξιδέψει πολύ στο εξωτερικό. Επισκεφθήκατε τις ελληνικές κοινότητες παντού στον κόσμο και Μυτιληνιούς που ζουν εκεί. Τι αποκομίσατε από αυτά τα ταξίδια;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Πήγα 4 φορές Αυστραλία όπου επισκέφθηκα όλες τις μεγάλες πόλεις. Η συγκίνηση ήταν απερίγραπτη. Ακόμα ακούω τα χειροκροτήματά των Ελλήνων της Αυστραλίας. Αυτοί αγαπούν περισσότερο τον τόπο μας από εμάς που μένουμε εδώ. Στη Ν. Αφρική πήγαμε με τον Βιολάρη και άρεσα τόσο πολύ που μάς φιλοξένησαν στο Sun City, έναν τεχνητό παράδεισο που πριν από εμάς είχε φιλοξενηθεί εκεί ο Φράνκ Σινάτρα. Πήγαμε στην Ζάμπια με αεροπλάνο που μάς νοίκιασε ο επιχειρηματίας κι εκεί πάλι οι Έλληνες μετανάστες μάς αγκάλιασαν και ήθελαν να μας φιλοξενήσουν στα σπίτια τους. Αλλά και στην Ευρώπη είχαμε μεγάλη αποδοχή. Στο Παρίσι πήγαμε με τον Δάκη. Αξέχαστες θερμές αγκαλιές που κρατάνε την Ελλάδα στα χέρια τους. Στην Αμερική έχω πάει 3 φορές στην Αστόρια μετά από πρόσκληση των ελληνικών κοινοτήτων.
–Στη Μυτιλήνη σας έχουν καλέσει να παρουσιάσετε κάποιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Αν και αγαπώ πολύ το νησί και ιδιαίτερα στη Συκαμιά που είναι ένα πολύ ερωτεύσιμο μέρος δεν με έχουν καλέσει. Στις χοροεσπερίδες στην Αθήνα με καλούσαν σπάνια . Ο Δήμος δεν με κάλεσε ακόμα κι όταν ο φίλος μου ο Δημήτρης Βουνάτσος ήταν Δήμαρχος. Μαθαίνω ότι περνά δύσκολα σήμερα με θέματα υγείας του και του στέλνω τις ευχές μου να γίνει γρήγορα καλά.

-Πείτε μας τι κρατάτε ως αναμνήσεις από την ιδιαίτερη πατρίδα σας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Τις αναμνήσεις από τότε που ήμουν παιδί. Την αγάπη των ανθρώπων και την αθωότητα. Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία. Αγαπώ την πλατεία της Άντισσας, τον Άγιο Ισίδωρο, τη Συκαμιά, το Πλωμάρι, την προκυμαία της Μυτιλήνης και την ώρα που φθάνουν τα ψαράδικα…. αυτά μου λείπουν και αν είχα την δυνατότητα θα παραθέριζα συνέχεια στο νησί. Είναι στην καρδιά μου το ίδιο και οι άνθρωποί του που όταν σου δώσουν το χέρι δεν σου κόβουν το δάκτυλο. Μακάρι έτσι να είμασταν όλοι.
Βαρβάρα Γκιγκιλίνη: Σας ευχαριστώ πολύ!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΈΛΗΣ: Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ κα Γκιγκιλίνη για τις ωραίες ερωτήσεις σας και την ευκαιρία που μού δίνετε να επικοινωνήσω με το κοινό της Λέσβου.